Tadao Ando: «Ο αρχιτέκτονας παραμένει μαθητής σε όλη του τη ζωή»

Tadao Ando: «Ο αρχιτέκτονας παραμένει μαθητής σε όλη του τη ζωή»

«Dear Eptakoili-san (αγαπητή κυρία Επτακοίλη, σύμφωνα με τον τυπικό ιαπωνικό χαιρετισμό), ο κ. Ταντάο Άντο με χαρά δέχεται να απαντήσει στις ερωτήσεις σας». Από τα μέσα Ιουλίου κυνηγούσα αυτή τη συνέντευξη – μόλις έμαθα για τη μεγάλη ρετροσπεκτίβα που ετοιμάζει το παρισινό Κέντρο Ζορζ Πομπιντού (εγκαινιάζεται στις 10 Οκτωβρίου) για τον διάσημο Ιάπωνα αρχιτέκτονα. Δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε να ανταλλάξω αμέτρητα emails με τους συνεργάτες του, να περιμένω αρκετές εβδομάδες. Αλλά άξιζε η αναμονή.

Στα 77 του, ο Ταντάο Άντο είναι ένας από τους μεγάλους δασκάλους της σύγχρονης αρχιτεκτονικής – και ας μην έχει πάρει ποτέ του πτυχίο. Βραβευμένος με Πρίτσκερ, έχει σχεδιάσει εκατοντάδες ιδιωτικά και δημόσια κτίρια σε όλο τον κόσμο, έχοντας αναγάγει σε ύψιστη αξία, στο έργο του, την ομορφιά της απλότητας και την ισορροπία του φυσικού και του ανθρώπινου περιβάλλοντος. Γεννήθηκε το 1941. Όταν ήταν μόλις δύο ετών, οι γονείς του κράτησαν τον δίδυμο αδελφό του και άφησαν τον Ταντάο στη γιαγιά του, στην Οσάκα. Εκείνη τον μεγάλωσε. Όλα ήταν δύσκολα στη ζωή του, τίποτα δεν του χαρίστηκε. Αλλά η φλόγα που έκαιγε μέσα του τον έκανε να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο. Γιατί για τον ίδιο, «η ζωή είναι σαν μια σειρά από τοίχους, τους οποίους πρέπει να σπάμε για να περνάμε»…

Έχετε χτίσει κτίρια σε πολλές χώρες. Πού αισθάνεστε περισσότερο σαν στο σπίτι σας, εκτός από την πατρίδα σας, την Ιαπωνία;

Δεν θα αναφερθώ σε χώρα, αλλά σε χώρο: στο παρεκκλήσι Notre Dame du Haut της κοινότητας Ronchamp, στην ανατολική Γαλλία, το οποίο σχεδίασε ο Λε Κορμπιζιέ τη δεκαετία του ’50. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε το επισκέφτηκα για πρώτη φορά. Θυμάμαι όμως με κάθε λεπτομέρεια το φως και τους ήχους που πλημμύριζαν το εσωτερικό του. Ήταν γεμάτο με πιστούς που παρακολουθούσαν τη λειτουργία και εξέπεμπε απίστευτη ενέργεια. Εκείνη την ημέρα συνειδητοποίησα για μία ακόμα φορά όχι μόνο το τεράστιο ταλέντο του Λε Κορμπιζιέ, αλλά και τη σημασία τού να υπάρχουν χώροι όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να συγκεντρώνονται και να προσεύχονται στον Θεό που πιστεύουν – και είναι χρέος της σύγχρονης αρχιτεκτονικής να τους δημιουργεί.

Έχετε σχεδιάσει πάρα πολλές κατοικίες. Ποιος είναι για σας ο ορισμός του ιδανικού σπιτιού;

Ένα σπίτι πρέπει να είναι ήσυχο και γαλήνιο. Μερικά από τα πρώτα μου έργα -όπως το πρότζεκτ που ονομαζόταν Urban Guerilla Houses- ήταν γύρω από την ιδέα δημιουργίας κατοικιών-καταφυγίων από τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής στην πόλη. Αυτή η ιδέα διατρέχει την καριέρα μου μέχρι σήμερα. Κάθε σπίτι, δεν έχει σημασία το μέγεθός του, πρέπει να αντιπροσωπεύει, να ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο, την προσωπικότητα όσων ζουν σε αυτό. Πρέπει επίσης να συνδέεται με τον τόπο στον οποίο βρίσκεται, με τις μοναδικές συνθήκες του και το πολιτισμικό περιβάλλον του. Η διαδικασία τού να σχεδιάζει ένας αρχιτέκτονας μεγάλης κλίμακας αρχιτεκτονήματα απαιτεί την ίδια νοοτροπία με την οποία προσεγγίζει σχεδιαστικά ακόμα και το πιο μικρό σπίτι.

Kαι ο ορισμός σας για την ομορφιά;

Δεν πιστεύω ότι η ομορφιά είναι δυνατόν να οριστεί.

Φημίζεστε για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείτε ως αρχιτέκτονας το μπετόν. Τι βρίσκετε ελκυστικό στο συγκεκριμένο υλικό;

Είναι αλήθεια ότι είμαι γνωστός για τη χρήση του μπετόν στα κτίρια που σχεδιάζω, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει στην πραγματικότητα είναι οι χώροι τους οποίους αυτό μπορεί να δημιουργήσει, παρά το ίδιο το μπετόν. Μπετόν βρίσκεις παντού. Κάθε τόπος όμως έχει τη δική του ιστορία, τον δικό του πολιτισμό. Με αυτά τα «υλικά» -και με το οικουμενικό μπετόν, βέβαια- θέλω τα κτίρια που φτιάχνω να είναι μοναδικά.

Υπάρχει κάποιο από τα κτίριά σας που αντιπροσωπεύει πλήρως τη φιλοσοφία σας;

Δεν είναι ένα. Είναι αυτό με το οποίο κάθε φορά καταπιάνομαι· αυτή την περίοδο το Bourse de Commerce στο Παρίσι (σ.σ. το ιστορικό κτίριο, πρώην Χρηματιστήριο, που ως μουσείο πλέον, μετά την αποκατάσταση και την τροποποίησή του, θα στεγάσει τη συλλογή του Γάλλου δισεκατομμυριούχου Φρανσουά Πινό). Δεν είναι στη φύση μου να μένω προσκολλημένος στο παρελθόν. Προτιμώ να κοιτάζω πάντα μπροστά: στο παρόν και στο μέλλον.

Δεν σπουδάσατε αρχιτεκτονική, δεν έχετε πτυχίο πανεπιστημίου, είστε αυτοδίδακτος, ξεπεράσατε πολλά εμπόδια. Πώς το καταφέρατε;

Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να με σταματήσουν οι περιορισμοί που υπήρχαν στο περιβάλλον μου και στον τρόπο που μεγάλωσα. Πάντα σκέφτομαι τη ζωή σαν μια σειρά από τοίχους, τους οποίους πρέπει να σπάμε για να περνάμε. Καθένας από αυτούς απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια. Μεγάλωσα στο κέντρο της Οσάκα, έχοντας ελάχιστη πρόσβαση στην εκπαίδευση ή στην τέχνη. Πριν αρχίσω την καριέρα μου ως αρχιτέκτονας, εργαζόμουν ως επαγγελματίας μποξέρ, για να ζήσω. Δεν είχα τη δυνατότητα να φοιτήσω στο πανεπιστήμιο, αλλά τη μαχητικότητα και το αγωνιστικό πνεύμα που μου δίδαξε το μποξ τα χρησιμοποίησα για να εκπαιδεύσω ο ίδιος τον εαυτό μου στην αρχιτεκτονική. Ήταν πολύ δύσκολο, το παραδέχομαι, αλλά ποτέ δεν το αντιμετώπισα ως μειονέκτημα. Αντιθέτως, ανέκαθεν το σκεφτόμουν ως κίνητρο για να προχωρήσω. Όταν ήμουν νέος, πολύ πριν ανοίξω το δικό μου αρχιτεκτονικό γραφείο, το 1969, έβλεπα τους εργάτες στις οικοδομές, στη γειτονιά μου. Με πόση αφοσίωση δούλευαν. Μερικές φορές ούτε για φαγητό δεν έκαναν διάλειμμα, για να προχωρήσει η δουλειά και να είναι αψεγάδιαστο το αποτέλεσμα. Αυτό το πάθος εξακολουθεί να με εμπνέει. Στο ίδιο μονοπάτι βαδίζω μέχρι σήμερα.

Ποιος αρχιτέκτονας σας επηρέασε περισσότερο στο ξεκίνημά σας;

Ο Λε Κορμπιζιέ. Η πρώτη φορά που είδα το όνομά του ήταν σε ένα βιβλιοπωλείο. Ήμουν είκοσι ετών και υπάλληλος μερικής απασχόλησης σε αρχιτεκτονικό γραφείο – γεμάτος ενθουσιασμό γι’ αυτή τη δουλειά, αλλά με το πεπρωμένο μου άγραφο ακόμη. Άρχισα να ξεφυλλίζω το βιβλίο και, με το που είδα την πρώτη φωτογραφία, ένα ρίγος με διαπέρασε, μέχρι τα κόκαλά μου. Είπα: αυτό είναι! Όμως, ήταν πολύ ακριβό το βιβλίο, δεν μπορούσα να το αποκτήσω. Έναν μήνα μετά, με τα χρήματα που είχα βάλει στην άκρη κάνοντας αιματηρή οικονομία, επέστρεψα στο κατάστημα και επιτέλους το αγόρασα. Κάθε βράδυ το διάβαζα, σελίδα τη σελίδα, και την επόμενη νύχτα ξανά από την αρχή. Και μολονότι οι γνώσεις μου ήταν ακόμη περιορισμένες και δεν μπορούσα να αντιληφθώ την πολυπλοκότητα του μοντερνισμού, έβρισκα συναρπαστικό το περιεχόμενό του και σκεφτόμουν ότι θα ήθελα μια μέρα να σχεδιάζω όπως ο Λε Κορμπιζιέ.

Βρίσκετε ακόμη συναρπαστική την αρχιτεκτονική;

Ναι. Κυρίως επειδή είναι ένα πεδίο που απαιτεί συνεχή εκπαίδευση. Ο αρχιτέκτονας παραμένει μαθητής σε όλη του τη ζωή.

Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο επίτευγμά σας μέχρι σήμερα;

Το 1976 σχεδίασα την οικία Matsumura στο Κόμπε. Στο οικόπεδο υπήρχαν τρία μεγάλα καμφορόδεντρα και ένας τοίχος από πέτρες γρανίτη. Αποφάσισα να τα κρατήσω και να τα ενσωματώσω στο νέο περιβάλλον που θα δημιουργούσα με το κτίριο, σε μια προσπάθεια να φανεί η αδιατάρακτη συνέχεια του πριν και του μετά. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, η κόρη του ιδιοκτήτη ήρθε να με βρει. Θα μετακόμιζε στο Τόκιο και ήθελε να φτιάξει εκεί ένα σπίτι ακριβώς ίδιο με το πατρικό της. Με εξέπληξε αυτή η επιθυμία της. Συνειδητοποίησα ότι οι αναμνήσεις της από το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε δεν θα έσβηναν ποτέ από την καρδιά της. Αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη που είμαι αρχιτέκτονας, γιατί το κτίριο που σχεδίασα για την οικογένειά της δεν ήταν απλώς μια φυσική κατασκευή, αλλά ένας χώρος που γέννησε βιώματα και αναμνήσεις.

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους που ονειρεύονται μια καριέρα όπως η δική σας;

Η τρίτη δεκαετία της ζωής ενός ανθρώπου, ανεξαρτήτως του επαγγέλματός του, είναι μια κρίσιμη περίοδος, που θα επηρεάσει το μέλλον του. Γιατί τότε όλοι αναζητούμε τα ιδανικά μας και σχηματίζουμε τις απόψεις μας για καθετί. Το να μπορεί, λοιπόν, ένας 20χρονος να ζει με εγρήγορση είναι αυτό που θα καθορίσει το αν θα ζήσει τη ζωή που ονειρεύεται στα 40 ή στα 50 του χρόνια. Όταν ήμουν 20 ετών -και μέχρι τα 30 μου- απέκτησα εμπειρίες που διαμόρφωσαν τον πυρήνα της ύπαρξής μου: αυτό που είμαι σήμερα το χρωστάω σε εκείνη τη δεκαετία. Ήταν μια εποχή σφυρηλάτησης στενών δεσμών με τους γύρω μου και συναντήσεων που συνδέονται άμεσα με το έργο μου στα χρόνια που ακολούθησαν.

Ταξιδεύετε ακόμη πολύ;

Είναι αλήθεια ότι με έχουν κουράσει οι μετακινήσεις, αλλά είμαι αναγκασμένος να ταξιδεύω ακόμη αρκετά. Αυτή τη στιγμή δουλεύω για περίπου τριάντα πρότζεκτ σε όλο τον κόσμο. Μόλις επέστρεψα από την Κίνα και ετοιμάζομαι να φύγω για το Παρίσι, για να επιβλέψω τις εργασίες στο Bourse de Commerce και να παρευρεθώ στα εγκαίνια της έκθεσής μου στο Κέντρο Πομπιντού.

Έχετε έρθει ποτέ στην Ελλάδα;

Ναι, το 1965. Υποθέτω ότι έχουν αλλάξει πολλά από τότε… Από τη Γιοκοχάμα πήγα με καράβι στη Ναχόντκα και από εκεί επιβιβάστηκα στον Υπερσιβηρικό Σιδηρόδρομο και ταξίδεψα, μέσω Μόσχας, στη Φινλανδία, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Έμεινα λίγες μέρες στην Αθήνα και εντυπωσιάστηκα από τον Παρθενώνα. Είναι ένα από τα πιο επιδραστικά κτίρια στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Το μποξ υπάρχει σήμερα στη ζωή σας;

Φυσικά! Προπονούμαι κάθε μέρα. Η αρχιτεκτονική είναι μάχη. Πρέπει να διατηρείς τις αισθήσεις σου οξυμμένες. Για να σχεδιάζω καλά, πρέπει να σκέφτομαι καθαρά. Είναι σημαντικό να κρατώ σε φόρμα και το μυαλό και το σώμα μου.

Συνέντευξη στην Τασούλα Επτακοίλη και στο «Κ» της Καθημερινής 

Share this!